διάνοιξη

διάνοιξη
[-ις (-εως)] η
1) открывание, раскрывание; вскрытие (раны); 2) проламывание, пробивание; 3) приоткрывание (двери); 4) прокладывание (пути, дороги); проделывание (прохода)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "διάνοιξη" в других словарях:

  • διάνοιξη — η το άνοιγμα συμπαγούς όγκου πέρα για πέρα: Εργάστηκε για τη διάνοιξη του δρόμου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διάνοιξη — η [διανοίγω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού διανοίγω 2. διαπλάτυνση, διεύρυνση, πλάτεμα …   Dictionary of Greek

  • διανοίξῃ — διανοίξηι , διάνοιξις opening fem dat sg (epic) διανοίγω lay open aor subj mid 2nd sg διανοίγω lay open aor subj act 3rd sg διανοίγω lay open fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάνοιξη κάψας — Χειρουργική τομή σε μία σωματική κάψα, όπως είναι ο φακός του ματιού, για αφαίρεση καταρράκτη …   Dictionary of Greek

  • διάνοιξη περιτονίας — Χειρουργική διαδικασία για την ανακούφιση της πίεσης των μυών, που πραγματοποιείται με μία τομή στην ταινία ινώδους ιστού που τους περιβάλλει …   Dictionary of Greek

  • γεώτρηση — Μέθοδος διάτρησης του εδάφους, μερικές φορές σε σημαντικό βάθος, που πραγματοποιείται με τη διάνοιξη οπών σχετικά μικρής διαμέτρου (μέγιστο 60 εκ.). Ο κύριος σκοπός της γ. είναι η έρευνα του υπεδάφους είτε για την εξακρίβωση της γεωλογικής… …   Dictionary of Greek

  • σχάση — η / σχάσις, εως, ΝΜΑ [σχάζω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σχάζω, διάνοιξη, τομή σε δύο κυρίως μέρη νεοελλ. 1. ιατρ. η με μαχαιρίδιο διάνοιξη πληγής ή φυσικής οπής για θεραπευτικό σκοπό 2. βιολ. γενική διαδικασία τής οργανικής αναπαραγωγής,… …   Dictionary of Greek

  • Ισπανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ισπανίας Έκταση: 504.782 τ. χλμ. Πληθυσμός: 40.037.995 (2001) Πρωτεύουσα: Μαδρίτη (2.882.860 κάτ. το 2000)Κράτος της νοτιοδυτικής Ευρώπης, στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΒΑ με τη Γαλλία και την Ανδόρα, στα Δ… …   Dictionary of Greek

  • Λεσέψ, Φερντινάν Μαρί ντε- — (Ferdinand Marie de Lesseps, Βερσαλίες 1805 – Λα Σενέ 1894). Γάλλος διπλωμάτης και μηχανικός. Σε ηλικία 20 ετών μπήκε στη διπλωματική υπηρεσία, υπηρέτησε σε διάφορα προξενεία (Αίγυπτος, Τυνησία, Ισπανία) και τελικά τοποθετήθηκε πρεσβευτής στη… …   Dictionary of Greek

  • έκθεση — Γενικός όρος, με τον οποίο στον τομέα της παραγωγής (υλικής, τεχνολογικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής), του εμπορίου και της προπαγάνδας (ακόμα και με την πιο ευρεία έννοιά της) υποδηλώνεται η συγκέντρωση σε καθορισμένο τόπο και χρόνο… …   Dictionary of Greek

  • έκφραξη — η (Α ἔκφραξις) νεοελλ. διάνοιξη φραγμένου πόρου, ξέφραγμα αρχ. ιατρ. διάνοιξη εμφράξεως …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»